Η τιμή και η υπόληψη του ατόμου συγκαταλέγονται στα θεμελιώδη έννομα αγαθά που προστατεύει η ελληνική έννομη τάξη, τόσο σε συνταγματικό όσο και σε ποινικό και αστικό επίπεδο. Στο πλαίσιο αυτό, ο Ποινικός Κώδικας τυποποιεί ως αυτοτελές αδίκημα την εξύβριση, προβλέποντας ποινικές κυρώσεις για όποιον προσβάλλει την τιμή τρίτου προσώπου.
Νομικό πλαίσιο – Άρθρο 361 Ποινικού Κώδικα
Η εξύβριση ρυθμίζεται στο άρθρο 361 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο εντάσσεται στο κεφάλαιο των εγκλημάτων κατά της τιμής. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις της δυσφήμησης, προσβάλλει την τιμή άλλου προσώπου με λόγο, με έργο ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έως έξι (6) μήνες ή χρηματική ποινή.
Ο νομοθέτης προβλέπει διαβαθμισμένη ποινική μεταχείριση ανάλογα με τον τρόπο τέλεσης της πράξης:
• Για την απλή εξύβριση, προβλέπεται φυλάκιση ή χρηματική ποινή.
• Όταν η πράξη τελείται δημόσια, με οποιονδήποτε τρόπο ή μέσω διαδικτύου, ο νόμος προβλέπει αυστηρότερη μεταχείριση, λόγω της ευρύτερης διάχυσης και της μεγαλύτερης έντασης προσβολής που συνεπάγεται η δημοσιότητα.
• Όταν η προσβολή αναφέρεται σε ζητήματα της ιδιωτικής ή οικογενειακής ζωής του θιγόμενου, προβλέπεται ακόμη αυστηρότερη ποινική μεταχείριση, δεδομένου ότι θίγεται παράλληλα και ο πυρήνας της ιδιωτικότητας του προσώπου.
Σε περιπτώσεις μικρότερης βαρύτητας, όπου η προσβολή της τιμής δεν κρίνεται ιδιαίτερα σοβαρή, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων και του προσώπου του παθόντος, ο νόμος προβλέπει ηπιότερες συνέπειες.
Η ποινική δίωξη της εξύβρισης, όπως και των λοιπών εγκλημάτων κατά της τιμής, ασκείται κατ’ έγκληση, δηλαδή απαιτείται η υποβολή σχετικής μήνυσης από τον παθόντα εντός της νόμιμης προθεσμίας.
Τέλος, η εξύβριση αποτελεί αδίκημα με σοβαρές νομικές συνέπειες, τόσο σε ποινικό όσο και σε αστικό επίπεδο. Η ορθή νομική αντιμετώπιση ενός τέτοιου περιστατικού, είτε πρόκειται για την προάσπιση των δικαιωμάτων του θιγόμενου είτε για την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, προϋποθέτει εξειδικευμένη γνώση.
Το παρόν άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά την εξατομικευμένη νομική συμβουλή.