Η διακίνηση ναρκωτικών ουσιών συγκαταλέγεται στα σοβαρότερα αδικήματα του ελληνικού ποινικού δικαίου, τόσο λόγω της βαρύτητας των προβλεπόμενων ποινών όσο και λόγω της πολυπλοκότητας των διαδικαστικών και ουσιαστικών ζητημάτων που ανακύπτουν σε κάθε σχετική υπόθεση. Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο διέπεται κατά κύριο λόγο από τον Ν. 4139/2013 («Κώδικας Νόμων για τα Ναρκωτικά»), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει.
Η Έννοια της «Διακίνησης» κατά το Άρθρο 20 Ν. 4139/2013
Ο νομοθέτης προσέγγισε την έννοια της διακίνησης με ιδιαίτερα ευρύ τρόπο. Δεν περιορίζεται στην εμπορία ναρκωτικών ουσιών με σκοπό το κέρδος, αλλά περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα συμπεριφορών, μεταξύ των οποίων ενδεικτικά η εισαγωγή, η εξαγωγή, η διαμετακόμιση, η πώληση, η αγορά, η προσφορά, η διανομή, η αποθήκευση, η κατοχή, η μεταφορά, η παρασκευή, καθώς και η καλλιέργεια φυτών από τα οποία παράγονται ναρκωτικές ουσίες.
Η ευρύτητα αυτή του ορισμού σημαίνει στην πράξη ότι ακόμη και η απλή κατοχή ναρκωτικής ουσίας —πέραν των περιπτώσεων αποκλειστικά προσωπικής χρήσης— μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να στοιχειοθετήσει το βασικό έγκλημα διακίνησης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται ως προς τη βαρύτητα της ποινικής μεταχείρισης.
Το βασικό έγκλημα διακίνησης, όπως προβλέπεται στο άρθρο 20 του Ν. 4139/2013, χαρακτηρίζεται ως κακούργημα και τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών —η οποία, ανάλογα με τις επιμέρους περιστάσεις, μπορεί να εκταθεί έως τα είκοσι (20) έτη— σε συνδυασμό με χρηματική ποινή έως τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. Πέραν των κύριων ποινών, ο νόμος προβλέπει και παρεπόμενες ποινές και μέτρα ασφαλείας, όπως η απαγόρευση άσκησης επαγγέλματος, η δήμευση περιουσιακών στοιχείων και η απαγόρευση διαμονής.
Ο νόμος, ωστόσο, δεν αντιμετωπίζει όλες τις περιπτώσεις με τον ίδιο τρόπο. Προβλέπονται ειδικότερες, ηπιότερες μορφές του αδικήματος όταν, για παράδειγμα, η διακίνηση αφορά μικροποσότητες που προορίζονται για την κάλυψη προσωπικών αναγκών χρήσης εξαρτημένου προσώπου (άρθρο 21), περίπτωση για την οποία προβλέπεται φυλάκιση έως τριών ετών, ήτοι πλημμεληματικός και όχι κακουργηματικός χαρακτηρισμός.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει και στη μεταχείριση των εξαρτημένων χρηστών: όταν ο δράστης πράξης διακίνησης του άρθρου 20 είναι τοξικομανής, η απειλούμενη ποινή διαφοροποιείται σημαντικά, καταλήγοντας σε φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους αντί για κάθειρξη, γεγονός που μεταβάλλει τον χαρακτηρισμό της πράξης από κακούργημα σε πλημμέλημα.
Τέλος, η αμιγής κατοχή ή προμήθεια ναρκωτικών ουσιών για αποκλειστικά προσωπική χρήση, σε ποσότητες που δικαιολογούνται για τον σκοπό αυτό, ρυθμίζεται αυτοτελώς από το άρθρο 29 του νόμου και τιμωρείται με φυλάκιση έως πέντε μηνών, ενώ οι σχετικές καταδικαστικές αποφάσεις δεν καταχωρίζονται στα αντίγραφα ποινικού μητρώου που εκδίδονται για γενική χρήση.
Επιβαρυντικές Περιστάσεις
Ο νόμος προβλέπει διακεκριμένες, βαρύτερα τιμωρούμενες μορφές του εγκλήματος, όταν συντρέχουν συγκεκριμένες επιβαρυντικές περιστάσεις, όπως ενδεικτικά:
• Η τέλεση της πράξης κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια.
• Η διάπραξη του εγκλήματος από ιδρυτή, αρχηγό ή μέλος εγκληματικής οργάνωσης.
• Η διάθεση ναρκωτικών σε ανήλικους ή σε χώρους εκπαίδευσης.
• Η χρήση ιδιαίτερα επικίνδυνων μεθόδων ή η εμπλοκή προσώπων με αυξημένη κοινωνική εμπιστοσύνη (π.χ. εκπαιδευτικών, υγειονομικών).
Η συνδρομή τέτοιων περιστάσεων μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική διεύρυνση του πλαισίου της απειλούμενης ποινής, καθιστώντας κρίσιμη τη λεπτομερή εξέταση των πραγματικών περιστατικών κάθε υπόθεσης.
Τέλος, το αδίκημα της διακίνησης ναρκωτικών χαρακτηρίζεται από αυστηρό νομοθετικό πλαίσιο, ευρύ πεδίο εφαρμογής και σημαντική διαβάθμιση ποινικής μεταχείρισης ανάλογα με τις ειδικότερες περιστάσεις κάθε υπόθεσης.
Το παρόν άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά την εξατομικευμένη νομική συμβουλή.