Το φαινόμενο της αθλητικής βίας, γνωστό και ως «οπαδική βία» αποτελεί αντικείμενο ειδικής και ιδιαίτερα αυστηρής νομοθετικής ρύθμισης στην Ελλάδα. Ο βασικός κορμός των σχετικών διατάξεων βρίσκεται στο άρθρο 41ΣΤ του Ν. 2725/1999, το οποίο έχει τροποποιηθεί επανειλημμένα τα τελευταία χρόνια, αντανακλώντας τη διαρκή προσπάθεια του νομοθέτη να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Στο άρθρο αυτό παρουσιάζουμε τα βασικά αδικήματα αθλητικής βίας, τις προβλεπόμενες ποινές και τα ειδικά δικονομικά μέτρα που συνοδεύουν τη δίωξή τους.
Τα βασικά αδικήματα αθλητικής βίας
Σύμφωνα με το άρθρο 41ΣΤ του Ν. 2725/1999, τιμωρείται όποιος, εκ προθέσεως, εντός αθλητικών εγκαταστάσεων ή στον περιβάλλοντα χώρο τους, στις βοηθητικές εγκαταστάσεις ή στους χώρους προσέλευσης και στάθμευσης, κατά τη διάρκεια αθλητικής εκδήλωσης:
• Ρίπτει προς τον αγωνιστικό χώρο ή εναντίον άλλου προσώπου οποιοδήποτε αντικείμενο ικανό να προκαλέσει έστω και ελαφρά σωματική βλάβη.
• Βιαιοπραγεί κατά άλλου, ανεξαρτήτως αν επήλθε πράγματι σωματική βλάβη, ή εκτοξεύει απειλές κατά προσώπου που, σύμφωνα με τους κανονισμούς της οικείας αθλητικής ομοσπονδίας, έχει συγκεκριμένη ιδιότητα (π.χ. διαιτητής, αθλητής, στέλεχος ομάδας).
Οι πράξεις αυτές τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και χρηματική ποινή, εκτός αν τιμωρούνται βαρύτερα από άλλη διάταξη — για παράδειγμα, αν από τη βιαιοπραγία προέκυψε βαριά σωματική βλάβη, οπότε εφαρμόζονται οι αυστηρότερες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα περί σωματικών βλαβών.
«Γνήσια» και «μη γνήσια» αθλητικά εγκλήματα
Η νομική θεωρία διακρίνει τα αδικήματα αθλητικής βίας σε δύο κατηγορίες: τα γνήσια αθλητικά εγκλήματα, τα οποία μπορούν να τελεστούν αποκλειστικά με αφορμή ή κατά τη διάρκεια αθλητικής εκδήλωσης (όπως η ρίψη αντικειμένων στον αγωνιστικό χώρο), και τα μη γνήσια αθλητικά εγκλήματα, δηλαδή κοινά αδικήματα του Ποινικού Κώδικα (π.χ. σωματική βλάβη, φθορά ξένης ιδιοκτησίας) τα οποία, όταν τελούνται με αφορμή αθλητική εκδήλωση, υπόκεινται σε αυστηρότερη ή ειδική μεταχείριση λόγω της ιδιαίτερης επικινδυνότητας του πλαισίου τέλεσής τους.
Επιβαρυντικές περιστάσεις και υποτροπή
Ο νόμος προβλέπει σαφώς αυστηρότερη μεταχείριση σε περίπτωση υποτροπής. Όταν ο κατηγορούμενος έχει στο παρελθόν καταδικαστεί αμετάκλητα για αδίκημα αθλητικής βίας, τούτο επιδρά τόσο στην ποινική μεταχείριση της νέας πράξης όσο και στη διαδικασία επιβολής περιοριστικών όρων, όπως αναλύεται παρακάτω. Επιβαρυντικά λειτουργούν επίσης περιστάσεις όπως η οργανωμένη δράση σε ομάδα, η χρήση αντικειμένων ιδιαίτερα επικίνδυνων για τη ζωή ή τη σωματική ακεραιότητα τρίτων, καθώς και η πρόκληση σοβαρών υλικών ζημιών.
Ειδικοί περιοριστικοί όροι για αδικήματα αθλητικής βίας
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει το άρθρο 41Η του Ν. 2725/1999, το οποίο εισάγει ειδικό καθεστώς περιοριστικών όρων για κατηγορουμένους σε υποθέσεις αθλητικής βίας. Κατά τη διάρκεια της προδικασίας, εφόσον προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ενοχής, ο αρμόδιος εισαγγελέας πλημμελειοδικών επιβάλλει έναν ή περισσότερους περιοριστικούς όρους στον κατηγορούμενο, με σκοπό την αποτροπή τέλεσης νέων αδικημάτων — τυπικά, απαγόρευση εισόδου σε αθλητικές εγκαταστάσεις κατά τη διεξαγωγή αγώνων. Σε περίπτωση προηγούμενης αμετάκλητης καταδίκης για αδίκημα αθλητικής βίας, η επιβολή τέτοιων όρων καθίσταται υποχρεωτική.
Γιατί είναι σημαντική η νομική εκπροσώπηση
Οι υποθέσεις αθλητικής βίας συνδυάζουν στοιχεία γενικού ποινικού δικαίου με ειδικές, τεχνικές διατάξεις που μεταβάλλονται συχνά νομοθετικά, ενώ η απόδειξη συχνά στηρίζεται σε βιντεοσκοπημένο υλικό, καταθέσεις αστυνομικών οργάνων και αναγνωρίσεις προσώπων μέσα σε πολυπληθές πλήθος, γεγονός που απαιτεί εξειδικευμένη προσέγγιση. Επιπλέον, η υποχρεωτική επιβολή περιοριστικών όρων σε περίπτωση υποτροπής μπορεί να έχει σοβαρό αντίκτυπο στην καθημερινότητα του κατηγορουμένου.
Το Δικηγορικό Γραφείο του Δημητρίου Ζορμπά έχει αναλάβει υποθέσεις αθλητικής βίας εκπροσωπώντας κατηγορουμένους σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Η γνώση της ειδικής αθλητικής νομοθεσίας, σε συνδυασμό με την εμπειρία σε υποθέσεις σωματικών βλαβών και φθοράς, επιτρέπει στο γραφείο μας να προσφέρει ολοκληρωμένη και αποτελεσματική υπεράσπιση.
Το παρόν άρθρο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά την εξατομικευμένη νομική συμβουλή.